Κάθε φορά που επιστρέφω στην πατρίδα,
πρωτοπερνώ από τον τάφο εκείνο
που έκρυψε ’δω και καιρό βαθιά του
των πρώτων ημερών μου όλο το κάλλος.
«Μάνα… Πατέρα… είσαστε καλά;», ερωτώ.
(Καλά φαίνεται νά’ναι).
Κάθε φορά σταλάζει ένα δάκρυ μου στο μάρμαρο,
λαδώνονται τα χέρια απ’ το καντήλι,
μοσχοβολά λιβάνι ο γύρω ουρανός.
Τους αγαπώ διαρκώς. Χαμογελά ο τάφος.
«Μάνα… Πατέρα… είσαστε καλά;», ερωτώ.
(Καλά φαίνεται νά’ναι).
Κάθε φορά απ’ τις πατούσες μου πετιούνται
ρίζες σκληρές, που εισχωρούν βαθύτερα
απ’ τα θεμέλια αυτού του άσπρου τάφου.








