Τρίτη 21 Απριλίου 2015

«Μόλις με είδαν άρχισαν να με αγκαλιάζουν και να κλαίνε»

Εν µέσω της έξαρσης του µεταναστευτικού ζητήµατος, ο φωτογράφος Βασίλης Μαθιουδάκης µάς περιγράφει όσα έζησε µε τους 157 µετανάστες που αποβιβάστηκαν στο νοτιότερο ευρωπαϊκό νησί τη Μεγάλη Εβδοµάδα.
O φωτογράφος Βασίλης Μαθιουδάκης βρισκόταν στη Γαύδο για πασχαλινές διακοπές.
Το µεσηµέρι της Μεγάλης Πέµπτης κατηφόρισε το µονοπάτι που οδηγεί στην παραλία Τρυπητή, για να βρεθεί αντιµέτωπος µε µια συνταρακτική εικόνα - «δεν έχω λόγια να περιγράψω πώς ένιωσα», µας είπε, «όσα ακολούθησαν αποτελούν µία από τις πιο δυνατές εµπειρίες της ζωής µου». Μπροστά του βρίσκονταν 157 άνθρωποι, µε πεταµένα ρούχα στην άµµο, ψάχνοντας στις λιγοστές τους προµήθειες για φαγητό. Στην άκρη της παραλίας ήταν αραγµένο το µικρό και σχεδόν κατεστραµµένο ξύλινο καΐκι που τους έφερε από τη Λιβύη. Είχαν περάσει έξι µέρες στη θάλασσα.
«Μόλις µε είδαν, ένιωσαν ανακούφιση», µας είπε ο κ. Μαθιουδάκης, «άρχισαν να µε αγκαλιάζουν και να κλαίνε. Τους εξήγησα πού βρίσκονταν, γιατί πίστευαν ότι είχαν φτάσει στην Ιταλία». Αλλοι κατάγονταν από τη Σοµαλία και το Μάλι, άλλοι από το Σουδάν, την Αίγυπτο αλλά και τη Συρία και το Ιράκ. Οι περισσότεροι νεαροί άνδρες, καµιά δεκαριά γυναίκες (µία έγκυος) και δύο µικρά παιδιά. «Ηταν εξαντληµένοι αλλά όχι εξαθλιωµένοι, άνθρωποι που έφυγαν κυνηγηµένοι από τα σπίτια τους, µορφωµένοι, αξιοπρεπείς, υπερήφανοι». Οταν αργότερα ανέβηκαν στο Καστρί, την πρωτεύουσα του νησιού, του ζήτησαν τσιγάρα, αλλά επέµεναν να του τα πληρώσουν.
Οι 157 µετανάστες δεν ήταν τυχεροί µόνο επειδή γλίτωσαν από τα κύµατα της Μεσογείου, αλλά και επειδή βρέθηκαν σε µια κοινότητα που κινητοποιήθηκε ταχύτατα. «Οι ντόπιοι µπήκαν σε µια διαδικασία αυτόµατης αλληλεγγύης», σχολιάζει ο κ. Μαθιουδάκης και περιγράφει πόσο σπουδαία ήταν η στάση των κατοίκων, της δηµάρχου Ευαγγελίας Καλλίνικου και της γιατρού Βούλας Νικολιδάκη. Κάποιοι άνοιξαν τα σπίτια τους για να φιλοξενήσουν όσους περισσότερους µπορούσαν, άλλοι βολεύτηκαν στο δηµαρχείο ή στο δηµοτικό σχολείο. Ετσι κι αλλιώς, η διαδικασία περίθαλψης κράτησε µόλις δύο µέρες. Το Μεγάλο Σάββατο οι µετανάστες της Γαύδου µεταφέρθηκαν στα Χανιά και από εκεί οι περισσότεροι ταξίδεψαν για την Αθήνα. Η οδύσσειά τους θα συνεχιστεί, άγνωστο προς ποια κατεύθυνση, µε ποια κατάληξη. «Ενα παιδί από το Μάλι µε πλησίασε κάποια στιγµή και µου είπε: «∆εν έχω κανέναν στη ζωή µου, έχω περάσει από µονοπάτια θανάτου, δεν φοβάµαι τίποτα, θέλω µόνο να ξέρω αν θα µε στείλουν πίσω». 

Πηγή : Kathimerini.gr