Σάββατο 27 Ιουνίου 2015

Χ. Σμιτ: Τα χρήματα δεν επαρκούν

Στην ελληνική κρίση χρέους διαφαίνεται ένας συμβιβασμός. Τίποτα όμως δεν πρόκειται να λυθεί με αυτόν. Στο τέλος αυτής της εβδομάδας δεν θα υπάρχει τίποτα, το οποίο μπορεί να είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμο.
Η υπόθεση είναι σύνθετη. Πριν πέντε χρόνια, όταν ξεκίνησαν τα προβλήματα της Ελλάδας, η Ευρώπη ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση. Το 2010 δεν είχαμε την κρίση στην Ουκρανία, την Κριμαία, τις κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας, δεν είχαμε το Ισλαμικό Κράτος, ούτε τη Λιβύη ακόμη. Και δεν είχαμε συνειδητοποιήσει ότι τα κριτήρια του Μααστριχτ είναι απολύτως ανεπαρκή.


Όταν δημιουργεί κανείς ένα κοινό νόμισμα, τότε θα πρέπει να υπάρχει μία κοινή οικονομική, φορολογική και δημοσιονομική πολιτική. Αυτό είναι το ελάχιστο. Αμφισβητώ έντονα αν υπάρχουν οι κατάλληλοι πολιτικοί που έχουν το θάρρος και τη νοημοσύνη που απαιτείται για αυτά. Δεν βλέπω πρόσωπα που θα μπορούσαν να εφαρμόσουν τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις.
Αυτό που χρειαζόμαστε επειγόντως στις τρέχουσες συνθήκες είναι ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα επενδύσεων σε ύψος διψήφιου αριθμού δισεκατομμυρίων. Ενα επενδυτικό πρόγραμμα το οποίο θα αντιστοιχεί σήμερα σε μέγεθος στο αντίστοιχο σχέδιο Μάρσαλ. Η Γερμανία θα έπρεπε να χρηματοδοτήσει το μεγαλύτερο μέρος αυτού του επενδυτικού προγράμματος. Σε αυτό θα έπρεπε να συμμετάσχει η Αγγλία, η Γαλλία και ελπίζω οι σκανδιναβικές χώρες.
Αλλά δεν αρκούν μόνο τα χρήματα. Ολα εξαρτώνται από τις υλικές επενδύσεις. Θα πρέπει λοιπόν να ξεκινήσει όντως μια γέφυρα, να κατασκευαστεί ένας αυτοκινητόδρομος! Η διάθεση πόρων από μόνη της δεν είναι αρκετή. Πρέπει να υπάρχει η θέληση για οικοδόμηση.
Και πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πως ένα μέρος του χρέους πρέπει να διαγραφεί. Αυτό το χρήμα δεν πρόκειται ποτέ να επιστρέψει. Πρέπει να το συλλάβουμε, ακόμη κι αν μας είναι δύσκολο. Είναι ψυχολογικά αδύνατο να εγκαινιάσουμε ένα ευρωπαϊκό σχέδιο Μάρσαλ και ταυτόχρονα να μην αγγίζουμε όλα αυτά τα φανταστικά χρέη της Ελλάδας, που υπάρχουν μόνο στα χαρτιά και δεν πρόκειται να αποπληρωθούν ποτέ. Κάθε άλλος ισχυρισμός είναι χαζομάρα.
Η καγκελάριος αντιμετώπισε με ιδιαίτερη προσοχή τον ηγετικό ρόλο της Γερμανίας στη διάρκεια αυτής της κρίσης. Δικαίως. Γιατί από μόνη της η προσπάθεια καθοδήγησης της Ευρώπης ευτύχησε για τελευταία φορά επί Καρλομάγνου το 800. Η δεύτερη φορά ήταν επί Ναπολέοντα το 1812 και αυτή η προσπάθεια απέτυχε. Η τρίτη υπό τον ναζιστή Αδόλφο είχε τρομαχτική κατάληξη εντός λίγων μόλις ετών.
Τώρα λοιπόν πρέπει να ηγηθεί της Ευρώπης η Μέρκελ. Αλλά δεν θέλει. Και την καταλαβαίνω. Γιατί την στιγμή που θα αποφάσιζε να ασκήσει εξουσία και να αποκτήσει απαιτήσεις, τότε στην αρχή οι κυβερνήσεις της Ευρώπης θα ξίνιζαν τα πρόσωπά τους, μετά θα άρχιζαν να βρίζουν και τελικά θα γινόντουσαν εχθροί της Γερμανίας.
Οι Γερμανοί έχουν για πολλές ακόμη γενιές το Αουσβιτς στις αποσκευές τους. Στη συνείδηση όλων των υπολοίπων θα συνεχίσει να παίζει σημαντικό ρόλο ότι δολοφονήσαμε με βιομηχανικές μεθόδους έξι εκατομμύρια ανθρώπους. Τη στιγμή που θα αρχίσουμε να ασκούμε εξουσία, όλοι θα το θυμηθούν. Για αυτό η Ανγκελα Μέρκελ με εντυπωσίασε με την προσοχή της.
Στο πλευρό μας, εμείς οι Γερμανοί, χρειαζόμαστε τους Γάλλους και τους Πολωνούς. Και τους Πολωνούς δεν μπορούμε να τους έχουμε μαζί μας χωρίς τους Ρώσους. Για αυτό το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι μεγαλύτερο από αυτό της Ουκρανίας και αυτό των χιλιάδων που έρχονται σε εμάς από τη θάλασσα: των ανεπιθύμητων προσφύγων, για τους οποίους δεν ξέρουμε πού να τους στεγάσουμε. Η μοίρα τους είναι ένα πρόβλημα εξίσου σοβαρό όσο η Ελλάδα. Πρέπει τα οξύτατα αυτά τα προβλήματα της ηπείρου μας να τα αντιμετωπίσουμε ως Ευρωπαίοι, με αλληλεγγύη.
Πηγή: kathimerini.gr