Η ΚΑΤΑΡΑ

Είδατε εκειά καμώματα, είδατε καταντία;
δε ξαναματακούστηκε τέτοιου λογού κλεψία!
Όλο το ψωμοτύρι μου κι ενού όργου πλαγιομάνους
και τα βουτυροκάκαδα, ένα ρογί κοντόγιομο
πρωτόρακο για τρίψιμο που το ΄χα για ξαρωστικό,
όλα μου τα σηκώσανε, που Θεέ μου να μη σώσουνε.
Εκειά ‘ μουνε οψές απροσαργά κι έφυγα πρι μουρτζώσει,
κατέω δα το βόρτο μου, πως το ‘χα μανταλώσει!
Μόν’ όποιος μου το άνοιξε, ο λάκκος του ν’ ανοίξει
και η μαυροκουτρούλα του να ν τονε διαλαλήσει!
Το χέρι που μου τ’ άνοιξε να βγάλει συραγκάθι
κι αν έχει ανθρώπους ποτ’ αλλού, μαύρα χαμπάρια να ‘χει!
‘Πο σκοτωμό κι από πνιμό ως το πρωί να σώσει,
γιότσα, κακό να ν τονε βρει και στρόφος να ν του δώσει.
Όπου να ειδώ το χέρι του στην κούνια με καρμπόνι,
περίδρομο στο δάχτυλο, κουκούδι στο σαγόνι!
Μ’ ηύρανε χήρα μ’ ορφανά και με μ παιζογελούνε,
ετσά και τα δικά τουνε παρακαλώ να ιδούνε!
Μα ‘γω θα πάω στ’ Αγγελικώ το λίμπινα να βάλει
κι όποιος εκείνος μ’ έκλεψε, τούμπανο θα τον κάμει.
Λοιπό το νου σας χωριανοί κι όποιος γενεί νταβούλι
εκείνοσάς μου τ’ άνοιξε το βόρτο στο Λακκούδι!
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
Όργο (το)= τμήμα χωραφιού
Πλαγιόμανας(ο)=χονδρό κουκκί
Βουτυροκάκαδα(τα)=τα υπολείμματα της αποβουτύρωσης
Ρογί(το)μικρό πήλινο αγγείο λαδιού
Πρωτόρακο(το)=η δυνατή ρακή που βγαίνει στην αρχή της απόσταξης
Ξαρρωστικό=δυναμωτικό, φάρμακο
Απροσαργά=αργά το βράδυ
Πριν μουρτζώσει=πριν νυχτώσει
Βόλτο(το)=καμάρα
Μαυροκουτρούλα(η)=η μαύρη κεφαλή
Συραγκάθι(το)=φλόγωση του άκρου δαχτύλου
Γιότσα(η)=αποπληξία
Στρόφος(ο)=πόνος δυνατός, στρίψιμο του εντέρου
Καρμπόνι(το)=απόστημα στο πρόσωπο, άνθραξ
Περίδρομος=απόστημα στα νύχια, τριγυρίστρα
Κουκούδι(το)=σπυρί, εξάνθημα
Λούμπινας( το όσπριο λούπινο)
Ελένη Χάρου-Κορωναίου
Πηγή : Ελένη Χάρου ( facebook )